top of page

ΠΑΙΔΙΚΗ ΒΑΡΗΚΟΪΑ

      Η παιδική βαρηκοΐα αποτελεί τη συχνότερη συγγενή διαταραχή στην παιδική ηλικία, με επίπτωση σημαντικά μεγαλύτερη από άλλες γνωστές παθήσεις  για τις οποίες ελέγχονται υποχρεωτικά τα παιδιά από την γέννησή τους, όπως ο συγγενής υποθυρεοειδισμός ή ο σακχαρώδης διαβήτης.

      Εκτιμάται ότι 1-2 παιδιά στα 1000 γεννιέται με σοβαρή αμφοτερόπλευρη βαρηκοΐα (πρακτικά κώφωση), ενώ μεγαλύτερο είναι το ποσοστό των νεογνών με ετερόπλευρη ή αμφοτερόπλευρη βαρηκοΐα μικρότερου βαθμού. Η συχνότητα της βαρηκοΐας είναι ακόμη μεγαλύτερη σε μεγαλύτερα παιδιά, καθώς πολλές επίκτητες αλλά και κληρονομικές βαρηκοΐες εμφανίζονται με την πάροδο του χρόνου.

      Το πρόβλημα της παιδικής βαρηκοΐας μπορεί να αντιμετωπιστεί σήμερα με πολύ μεγάλη επιτυχία, με σημαντική προϋπόθεση την έγκαιρη διάγνωση του προβλήματος. Αν η βαρηκοΐα παραμείνει αδιάγνωστη, τότε προκύπτουν σημαντικά προβλήματα και καθυστερήσεις στην ανάπτυξη της ομιλίας και του λόγου, στην ομαλή επικοινωνία και ενσωμάτωση στο κοινωνικό περιβάλλον.

Αίτια παιδικής βαρηκοΐας

      Πιθανές αιτίες της συγγενούς βαρηκοΐας αποτελούν λοιμώξεις κατά τη διάρκεια της κύησης, λήψη ωτοτοξικών φαρμάκων, επιπλοκές του τοκετού, ή οικογενειακό ιστορικό. Στις αναπτυγμένες χώρες, η αιτία οφείλεται σε γενετικές μεταλλάξεις, σε ποσοστό περί το 25% των παιδιών αυτών. Οι γενετικές μεταλλάξεις αφορούν στις συνδρομικές βαρηκοΐες (που συνδέονται δηλαδή με συγκεκριμένα σύνδρομα), αλλά και τις μη συνδρομικές (που δεν συνδέονται με σύνδρομα). Οι συνδρομικές μορφές βαρηκοΐας αποτελούν τη μειονότητα των γενετικών μεταλλάξεων σε ποσοστό περίπου 30%, ενώ το υπόλοιπο 70% αποτελείται από τις μη συνδρομικές μορφές γενετικής βαρηκοΐας.

      Η επίκτητη παιδική βαρηκοΐα μπορεί να οφείλεται σε λοιμώξεις μέσου ωτός, που δεν έτυχαν ιατρικής περίθαλψης, άλλου τύπου λοιμώξεις, κάκωση, έκθεση σε εκκωφαντικό θόρυβο ή λήψη ωτοτοξικών φαρμάκων.

Διάγνωση παιδικής βαρηκοΐας

      Η έγκαιρη διάγνωση είναι σημαντική για την αντιμετώπιση του προβλήματος, έτσι ώστε το παιδί να αναπτυχθεί σωστά και να μην παρουσιάσει πρόβλημα στην επικοινωνία του με τον έξω κόσμο. Για τον λόγο αυτό μια πρώτη αξιολόγηση (ανιχνευτικός έλεγχος ακοής) συνιστάται να γίνεται από τις πρώτες κιόλας ώρες της ζωής του νεογέννητου, πριν την έξοδό του από το μαιευτήριο. Νεογνά των οποίων ο ανιχνευτικός έλεγχος είναι ύποπτος βαρηκοΐας, υποβάλλονται σε πλήρη διαγνωστικό έλεγχο για να επιβεβαιωθεί ή να αποκλεισθεί η ύπαρξή της.

      Επίσης σημαντικό είναι κατά τους επόμενους μήνες, οι γονείς να προσέχουν τις αντιδράσεις των παιδιών σε διάφορους ήχους, στα καλέσματα των ίδιων και στο πως το παιδί το ίδιο παράγει ήχους ή μιμείται ήχους του περιβάλλοντός του, καθώς το 20-30% της παιδικής βαρηκοΐας εγκαθίσταται μετά τη γέννηση κατά τα πρώτα έτη της ζωής. Ανάλογα με την ηλικία του παιδιού ποικίλουν και οι αναμενόμενες αντιδράσεις που ένας γονέας θα πρέπει να περιμένει από αυτό. Καθοριστικής σημασίας είναι η συμβολή του παιδιάτρου ο οποίος θα παραπέμψει για ΩΡΛ εξέταση και έλεγχο ακοής κάθε παιδί που έχει γνωστούς παράγοντες κινδύνου για βαρηκοΐα, ή αποκλίνει από τα φυσιολογικά στάδια ανάπτυξης ακοής και ομιλίας ανά ηλικία.

      Εφόσον υπάρξει λόγος ανησυχίας, ο ειδικός Ωτορινολαρυγγολόγος θα προχωρήσει σε διαγνωστικό έλεγχο που περιλαμβάνει τη λήψη πλήρους ιστορικού, τις αναφορές των γονιών για τις αντιδράσεις του παιδιού, την κλινική εξέταση και τις ειδικές ακοολογικές εξετάσεις. 

Αντιμετώπιση παιδικής βαρηκοΐας

      Εφόσον διαπιστωθεί βαρηκοΐα, αυτή πρέπει να αντιμετωπισθεί ανάλογα με το βαθμό (μικρή, μέτρια, μεγάλη), τη φύση της (νευροαισθητήρια, αγωγιμότητας ή μικτή, μονόπλευρη ή αμφίπλευρη) και την αιτιολογία της. Η έναρξη της αντιμετώπισης της παιδικής βαρηκοΐας είναι σημαντικό να γίνεται μέσα στο πρώτο εξάμηνο της ζωής του παιδιού.

      Στην περίπτωση βαρηκοΐας αγωγιμότητας, όπου η βλάβη εντοπίζεται στο έξω ή μέσο αυτί, η αντιμετώπιση του προβλήματος γίνεται με φαρμακευτική αγωγή ή χειρουργική επέμβαση, με μεγάλα ποσοστά πλήρους ίασης ή αισθητής βελτίωσης του προβλήματος.

      Στην περίπτωση νευροαισθητηρίου βαρηκοΐας, το πρόβλημα εντοπίζεται στο έσω αυτί ή στο κοχλιακό νεύρο. Η αντιμετώπιση είναι είτε συντηρητική, με τη χρήση ακουστικών βαρηκοΐας ή χειρουργική με την τοποθέτηση κοχλιακών εμφυτευμάτων, ανάλογα με την περίπτωση. Ειδική ομάδα ιατρών, λογοθεραπευτών και ψυχολόγων, δασκάλων ειδικής αγωγής καθώς και η στήριξη του οικογενειακού περιβάλλοντος είναι απαραίτητη στις περιπτώσεις αυτές, ώστε το παιδί να μπορέσει να επικοινωνήσει αποτελεσματικά με τον κοινωνικό του περίγυρο. 

      Όπως και στους ενήλικες, έτσι και στα παιδιά μπορεί να παρουσιαστεί βαρηκοΐα μικτού τύπου, που συνδυάζει τις δύο παραπάνω μορφές ενώ σε σπάνιες περιπτώσεις ενδέχεται να μην υπάρχει κάποια οργανική βλάβη αλλά ψυχογενείς παράγοντες να έχουν προκαλέσει τη βαρηκοΐα ενός παιδιού (μη οργανική- ψυχογενής βαρηκοΐα).

      Μετά την επιβεβαίωση της βαρηκοΐας ακολουθεί η διερεύνησης των αιτίων της, που περιλαμβάνουν απεικονιστικές και εργαστηριακές εξετάσεις καθώς και γενετικούς ελέγχους. Η αιτιολογία της παιδικής βαρηκοΐας παραμένει ανεξακρίβωτη στο 30-40% των περιπτώσεων. Σημαντικό είναι ότι περίπου το 30% των παιδιών με βαρηκοΐα θα παρουσιάσει αναπτυξιακή καθυστέρηση ή άλλες διαταραχές όπως οφθαλμολογικές.

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ

Έρευνες επισημαίνουν ότι αν η παρέμβαση αρχίσει μέχρι την ηλικία των 6 μηνών, μπορεί να οδηγήσει στην καλύτερη δυνατή εξέλιξη της ομιλίας και της γλώσσας, και να ελαχιστοποιήσει την ανάγκη συνεχούς ειδικής εκπαίδευσης.

Σε κάθε περίπτωση αμφιβολίας για την ακουστική ικανότητα ενός παιδιού είναι απαραίτητη η άμεση εξέταση από τον Ωτορινολαρυγγολόγο και ο πλήρης ακοολογικός έλεγχος.

Για περισσότερες πληροφορίες σχετικά με τη βαρηκοΐα σε παιδιά και ενήλικες, μπορείτε να επικοινωνήσετε μαζί μας στο 2110158155. Η Χειρουργός Ωτορινολαρυγγολόγος (ΩΡΛ), Κοροπούλη Μαρία- Δήμητρα είναι στη διάθεσή σας για κάθε σας ερώτηση.

bottom of page